διακρίνας

διακρί̱νᾱς , διακρίνω
separate one from another
aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • συνδιαχωρίζω — Α διαχωρίζω κάτι μαζί ή ταυτόχρονα με κάτι άλλο («δύο ἀπ ἀλλήλων διακρίνας ὀνόματα καὶ τὰ δι αὐτῶν σημαινόμενα συνδιαχωρίσας τῷ λόγῳ», Γρηγ. Νύσα) …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.